Ανακοίνωση ΣΕΑ για τις φωτογραφίες από την εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή την Πρωτομαγιά του 1944

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΩΝ

Τηλ.: 2103252214, E-mail:archaeol@otenet.gr, www.archaeol.gr

Αθήνα, 06/04/2026

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΣΕΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΩΝ 200 ΣΤΗΝ ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΗ ΤΗΝ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ ΤΟΥ 1944

«Ψυχοσάββατο 14 Φεβρουαρίου του 2026. Η μέρα που μας έδειξαν τα πρόσωπά τους για πρώτη φορά, σαν να επέλεξαν να επιστρέψουν για να μας δώσουν δύναμη τώρα που την έχουμε ανάγκη.

Ευθυτενείς σε παράταξη, με τα στόματα ελαφρώς ανοιχτά και συντονισμένα στο ίδιο σύνθημα ή στο ίδιο τραγούδι, όπως οι εργάτες της γης στην παράσταση των μινωικών Θεριστών. Σαν νά ‘τανε γιορτή».

Εκείνη τη μέρα αντικρίσαμε οι περισσότεροι για πρώτη φορά τις συγκλονιστικές φωτογραφίες των 200 κομμουνιστών που θα εκτελούσαν λίγη ώρα αργότερα οι Ναζί στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής την Πρωτομαγιά του 1944. Είδαμε έτσι κατάματα μια από τις πιο τραγικές, μια από τις πιο αιματοβαμμένες στιγμές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, με τεράστιο συμβολικό βάρος για τη συλλογική μας μνήμη. Γι’ αυτό και οι φωτογραφίες αυτές, πράγματι «σάρωσαν την καθημερινότητά μας», όπως πολύ σωστά έγραψε ο ιστορικός Μενέλαος Χαραλαμπίδης.

Ποιοι ήταν οι άνθρωποι που βλέπουμε να βαδίζουν στο εκτελεστικό απόσπασμα με το κεφάλι ψηλά, με απέραντο θάρρος, τραγουδώντας; «Αν θέλουμε να αφηγηθούμε την ιστορία των κομμουνιστών πολιτικών κρατουμένων που εκτελέστηκαν την Πρωτομαγιά του 1944 στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, αφετηρία μας δεν μπορεί να είναι η περίοδος της Κατοχής, αλλά εκείνη της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου 1936, που επιβλήθηκε από τον Ιωάννη Μεταξά με την υποστήριξη του βασιλιά. Και αυτό διότι οι 157 από τους 200 εκτελεσμένους ήταν κομμουνιστές πολιτικοί κρατούμενοι που είχαν συλληφθεί από τις αρχές ασφαλείας του δικτατορικού καθεστώτος του Ιωάννη Μεταξά την περίοδο 1936–1939 και είχαν παραδοθεί από τις ελληνικές αρχές στα γερμανικά στρατεύματα, όταν αυτά εισέβαλαν στη χώρα τον Απρίλιο του 1941. (…) Εκτός από τους 157 προπολεμικούς κομμουνιστές πολιτικούς κρατουμένους (από αυτούς, τρεις ήταν αρχειομαρξιστές και τέσσερις τροτσκιστές), μεταξύ των εκτελεσμένων της Πρωτομαγιάς του 1944 υπήρχαν και τουλάχιστον 22 μέλη του ΕΑΜ, τα οποία είχαν συλληφθεί κατά τη διάρκεια της Κατοχής από την Ελληνική Χωροφυλακή, η οποία τα παρέδωσε στους Γερμανούς προς εκτέλεση.» με τα λόγια και πάλι του ίδιου ιστορικού.

            Τις φωτογραφίες έχει τραβήξει γερμανός λοχίας της Βέρμαχτ, προφανώς με εντολή των Ναζί, όπως συχνά γινόταν. Είναι φωτογραφίες όπως εκείνες που κυκλοφορούν όλο και συχνότερα στην αγορά αναμνηστικών από την περίοδο του Γ΄ Ράιχ, αλλά με μια σημαντική ειδοποιό διαφορά. «Στην πλειονότητά τους τις φωτογραφίες αυτές τις τράβηξαν οι κατακτητές, και όχι τα θύματά τους. Είναι το βλέμμα και η νοοτροπία τους που καθρεφτίζονται. Αν κάτι τις κάνει σπάνιες, και ίσως μοναδικές, τις φωτογραφίες της Καισαριανής είναι ότι το βλέμμα των θυμάτων, η γλώσσα του σώματος, οι κινήσεις τους είναι τόσο ισχυρές, ώστε αντιστέκονται και διαπερνούν το σαδιστικό βλέμμα του φωτογράφου. Αυτό είναι το στοιχείο που φορτίζει τις φωτογραφίες αυτές, το στοιχείο της Αντίστασης», γράφει ο ιστορικός Αντώνης Λιάκος.

Ύστερα από την μεγάλη κινητοποίηση φορέων, πολιτικών κομμάτων αλλά και απλών πολιτών, το Υπουργείο Πολιτισμού, κινούμενο προς την σωστή κατεύθυνση, πέτυχε την απόσυρση των φωτογραφιών από την ψηφιακή πλατφόρμα δημοπρασιών και απέστειλε στο Βέλγιο ομάδα ειδικών για την τεκμηρίωση της αυθεντικότητας των φωτογραφιών που βρίσκονταν στα χέρια ιδιώτη. Παράλληλα, τις κήρυξε ως μνημεία και διαπραγματεύθηκε την εξ ολοκλήρου μεταβίβαση στο Ελληνικό Δημόσιο όλης της συλλογής, που -όπως ανακοινώθηκε στην επίσημη παρουσίασή τους σε συνέντευξη τύπου στις 5 Μαρτίου- αποτελείται συνολικά από 262 φωτογραφίες, 16 έγγραφα και 4 παλαιά χαρτονομίσματα.

Επίσης, στην σωστή κατεύθυνση είναι η εξαγγελία της Υπουργού για τη θεσμοθέτηση Εθνικού Φωτογραφικού Αρχείου, ως διακριτού συνόλου στο πλαίσιο του Εθνικού Αρχείου Μνημείων, που υπάγεται στην ομώνυμη Διεύθυνση του Υπουργείου, για την ενεργή παρακολούθηση, ταξινόμηση, συντήρηση, ψηφιοποίηση και ανάδειξη ανάλογων τεκμηρίων. Πράγματι, αν κάτι ανέδειξε εμφατικά το ζήτημα των φωτογραφιών των εκτελεσμένων της Καισαριανής είναι το μεγάλο πρόβλημα της διαχείρισης ντοκουμέντων από την σύγχρονη ελληνική ιστορία. Σημαντικές πηγές, όπως έγγραφα, φωτογραφίες, κινηματογραφικά αρχεία, αντικείμενα κ.ά., διακινούνται κυρίως μέσω διαδικτύου και αγοράζονται από ιδιώτες παραμένοντας αθέατα, μη διαθέσιμα, στην ιστορική έρευνα, στερώντας μας από πολύτιμα στοιχεία για τη νεώτερη ιστορία της Ελλάδας. 

Θα είναι ευχής έργον αν οι φωτογραφίες αυτές ανοίξουν έναν διάλογο για την διαχείριση της μνήμης στη σύγχρονη Ελλάδα, βάζοντας τέλος στη φοβική στάση του κράτους γύρω από τα γεγονότα της δεκαετίας του ’40, όπως δυστυχώς έδειξε η στάση του Υπουργείου Πολιτισμού στο θέμα των εκτελεσμένων του Εμφυλίου στο Επταπύργιο της Θεσσαλονίκης, ή στην σημερινή εγκατάλειψη του ιστορικού τόπου της Μακρονήσου, αλλά και στην εκ των υστέρων ρομαντικοποίηση του θεσμού της βασιλείας μέσω της διαχείρισης του κτήματος Τατοϊου, αντί για μια ιστορική αποτίμηση του άθλιου ρόλου που είχε η τέως βασιλική οικογένεια στην νεότερη και σύγχρονη ιστορία της χώρας.

Πιστεύουμε ότι η ύπαρξη ενιαίου κρατικού φορέα προστασίας και ανάδειξης υλικού της Κατοχής, της Αντίστασης και του Εμφυλίου, με τη μορφή κρατικού Μουσείου Εθνικής Αντίστασης, πρέπει να επεκταθεί σε όλα τα υλικά κατάλοιπα της εποχής, με στόχο όλοι, κυρίως οι νεώτεροι, να μπορούν να προσεγγίσουν τις πολύτιμες μαρτυρίες για τα εγκλήματα της ναζιστικής περιόδου κατοχής και της ηρωικής αντίστασης του λαού μας στα μαύρα εκείνα χρόνια.

Προηγούμενη ανάρτηση

Ο ΣΕΑ αποχαιρετά τον Ιωάννη Παπαχριστοδούλου

Επόμενη ανάρτηση

Εγκύκλιος για Γενική Εκλογοαπολογιστική Συνέλευση

Εγγραφή στο Newsletter

Εγγραφείτε στο Newsletter μας για να λαμβάνετε όλα τα νέα του Συλλόγου.
Αποκλειστικά για ενημέρωση. ✨