Η απώλεια του Ιωάννη Παπαχριστοδούλου, στις 23 Μαρτίου, αφήνει την αρχαιολογική κοινότητα ακόμα πιο φτωχή, στη μεγάλη, δυστυχώς, σειρά των σημαντικών ανθρώπων που τα τελευταία χρόνια φεύγουν από κοντά μας.
Ο Ιωάννης Παπαχριστοδούλου γεννήθηκε στις 9 Μαΐου του 1940 στο Κάϊρο της Αιγύπτου, από γονείς που κατάγονταν απ’ τη Ρόδο, τον φιλόλογο, εκπαιδευτικό και συγγραφέα Χριστόδουλο Παπαχριστοδούλου και τη Μαριέττα Ξυλινά. Το 1946, η οικογένεια επέστρεψε στη Ρόδο, όπου ως παιδί έζησε την απελευθέρωση του νησιού και τον Μάρτιο του 1948 την επίσημη ένωση των Δωδεκανήσων με την Ελλάδα.
Στη Ρόδο φοίτησε πρώτα στην Αστική Σχολή και κατόπιν στο εξατάξιο Βενετόκλειο Γυμνάσιο Αρρένων. Υπήρξε ένας από τους πρώτους Δωδεκανήσιους που έδωσε εξετάσεις για την εισαγωγή του στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, από όπου αποφοίτησε με πτυχίο Ιστορίας και Αρχαιολογίας.
Το 1964 έλαβε μέρος στον διαγωνισμό για την πρόσληψη Επιμελητών στην Αρχαιολογική Υπηρεσία και το 1965 διορίστηκε στην Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας και Κορινθίας, με έδρα το Ναύπλιο, υπό τον Σεραφείμ Χαριτωνίδη. Έλαβε μέρος στη μεγάλη ανασκαφή της διάνοιξης της νέας οδού Αθηνών-Κορίνθου, όπως επίσης σε σειρά σωστικών ανασκαφών στο Άργος και την Κορινθία. Από τη θέση του αυτή προήλθαν οι πρώτες σημαντικές δημοσιεύσεις του στην επιγραφική, με υλικό κυρίως από την Αργολίδα.
Το 1969 μετετέθη στην Εφορεία Αρχαιοτήτων Αττικής και ασχολήθηκε με την ανασκαφή του Μακρού Τείχους στην οδό Πειραιώς και στο Μοσχάτο. Επίσης, ανέσκαψε θέσεις στα Μεσόγαια (Μαρκόπουλο, Βραυρώνα), στον Μαραθώνα και στον Ωρωπό, αλλά και στα νησιά του Αργοσαρωνικού και δη στην Αίγινα.
Το 1973, ύστερα από ολιγόμηνο πέρασμα από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Κυκλάδων, επέστρεψε στη Δωδεκάνησο ως Επιμελητής Αρχαιοτήτων, υπό τον Χρίστο Ντούμα. Κατά τα έτη 1975-1977 μετέβη στη Γερμανία, ως υπότροφος του Ιδρύματος Αlexander von Humboldt, και μετεκπαιδεύτηκε στα Αρχαιολογικά Ινστιτούτα της Βόννης και του Μονάχου. Την περίοδο αυτή ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την επιστημονική έρευνα της υπαίθρου και των δήμων της αρχαίας Ρόδου, την οποία υπέβαλε αργότερα στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων ως διδακτορική διατριβή, με την καθηγήτρια Λίλα Μαραγκού. Η μελέτη εκδόθηκε από την εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία το 1989, με τον τίτλο «Οἱ ἀρχαῖοι ροδιακοὶ δῆμοι» και τιμήθηκε το 1990 με το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών.
Ένα χρόνο μετά την επιστροφή του από τη Γερμανία, το 1978, έλαβε τον βαθμό του Εφόρου των Αρχαιοτήτων και ανέλαβε τη διοίκηση της νεοσύστατης τότε ΚΒ´ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, με έδρα τη Ρόδο, την οποία και διατήρησε μέχρι τη συνταξιοδότησή του, στο τέλος του 2000. Υπήρξε ο μακροβιότερος Προϊστάμενος της Εφορείας αυτής, παραλαμβάνοντας επάξια την σκυτάλη από Εφόρους όπως ο Ιωάννης Κοντής, ο Γρηγόριος Κωνσταντινόπουλος, ο Χρίστος Ντούμας και η Ηώς Ζερβουδάκη, την οποία διαδέχθηκε.
Η περίοδος που ανέλαβε την ΚΒ’ ΕΠΚΑ συνέπεσε με την οικοδομική έκρηξη στην πόλη της Ρόδου, γι’ αυτό και επικέντρωσε τη δραστηριότητά της σε αυτήν, συνεχίζοντας τη ερευνητική συμπλήρωση του ιπποδάμειου ρυμοτομικού σχεδίου, φέρνοντας στο φως δημόσια κτήρια, ιερά αλλά και τις μεγάλες ελληνιστικές νεκροπόλεις.
Την ίδια περίοδο πραγματοποιήθηκε μια σειρά πολύ σημαντικών ανασκαφών σε προϊστορικές θέσεις της Ρόδου (Ιαλυσός, Ασώματος Κρεμαστής κ.ά.). Σε εκείνον οφείλεται, επίσης, η ενεργοποίηση Γραφείου στην Κω, με την τοποθέτηση της αείμνηστης Χάρης Κάντζια. Κατά την χρυσή αυτήν εποχή της ΚΒ’ ΕΠΚΑ Δωδεκανήσων, επεκτάθηκε ο συστηματικός έλεγχος των οικοδομών και η διενέργεια σωστικών ανασκαφών και στα μικρότερα νησιά, ανάμεσα στα οποία και η Αμοργός, που τότε ακόμα υπάγονταν στην αρμοδιότητα της Εφορείας.
Παράλληλα, κύριο μέλημα της Υπηρεσίας υπό την διεύθυνσή του, αποτελούσε η προάσπιση, διατήρηση και διεύρυνση των αρχαιολογικών ζωνών που είχαν θεσπιστεί επί Ιταλοκρατίας μαζί με τη δημιουργία νέων ζωνών προστασίας και ελεγχόμενων αρχαιολογικών χώρων στα Δωδεκάνησα. Μάλιστα, η εκτεταμένη απαλλοτρίωση στην αρχαία ακρόπολη της πόλης της Ρόδου (Μόντε Σμιθ) χάρισε στην πόλη έναν πνεύμονα πρασίνου, σε ένα μοναδικό αρχαιολογικό πάρκο.
Με τον Προϊστάμενο της Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Δωδεκανήσου, Ηλία Κόλλια, στο πλαίσιο γόνιμης και αγαστής συνεργασίας, οργάνωσαν τα πρώτα διαχρονικά Μουσεία στα νησιά (Καστελόριζο και Σύμη τη δεκαετία του 1980, Αστυπάλαια και Λέρος τη δεκαετία του 1990).
Σπουδαία ήταν η συμβολή του γενικότερα στην ενίσχυση της αρχαιολογικής έρευνας με την προώθηση συνεργασιών με τα ελληνικά Πανεπιστήμια. Το 1985 κάλεσε τον Τομέα Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Τέχνης του Πανεπιστημίου Αθηνών να συνεχίσει την ανασκαφή του ιερού του Απόλλωνος στην αρχαία Αλάσαρνα (Καρδάμαινα) στην Κω, το οποίο είχε εντοπίσει η Χ. Κάντζια κατά την οικοδόμηση ξενοδοχείου και είχε διασώσει από την ολοκληρωτική καταστροφή. Από το 1989 συνεργάστηκε με το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων στην επανέναρξη της συστηματικής ανασκαφής στο ιερό του Ερεθιμίου Απόλλωνος στον Θεολόγο της Ρόδου. Επίσης, το Πανεπιστήμιο Κρήτης συνεργάστηκε για τρία χρόνια με την Εφορεία, σε ανασκαφή ακινήτου στην πόλη της Ρόδου. Στην ίδια κατεύθυνση ήταν το άνοιγμα και η συνεργασία με ξένες Σχολές και Ιδρύματα, που είχαν επί χρόνια ανασκάψει στα Δωδεκάνησα (Εθνικό Μουσείο Κοπεγχάγης, Ακαδημία του Βερολίνου, Αγγλική Αρχαιολογική Σχολή, Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή, με την οποία αναθερμάνθηκαν οι σχέσεις, κ.ά.).
Μετά τη συνταξιοδότησή του παρέμεινε επί σειρά ετών μέλος της Επιτροπής Αναστήλωσης Μνημείων ακρόπολης Λίνδου του Τ.Δ.Π.Ε.Α.Ε. καθώς και του Τοπικού Συμβουλίου Μνημείων Δωδεκανήσου.
Ο Ιωάννης Παπαχριστοδούλου, άνθρωπος μεγαλωμένος με βαθιά δημοκρατικές πεποιθήσεις και ανθρωπιστική παιδεία, κινήθηκε πάντα με τις ίδιες αρχές, το ίδιο δημοκρατικό ήθος, και στην προσωπική και στην επαγγελματική του ζωή, σεβόμενος εξίσου συνεργάτες και πολίτες. Η πίστη του αυτή στη συλλογική αλληλεγγύη και παρέμβαση τον οδήγησε μέχρι την προεδρία του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων κατά τα έτη 1993-1995.
Η σπάνια επιστημονική και κοινωνική ευθύνη που τον χαρακτήριζαν εκδηλωνόταν με την σταθερή στάση του σε ζητήματα προστασίας αρχαιοτήτων, αλλά και την κατανόηση στα προβλήματα των πολιτών, για τους οποίους συχνά έκανε ξεναγήσεις και ομιλίες, αγκαλιάζοντας έτσι και το ευρύ κοινό.
Αφάνταστα μειλίχιος, ευγενής, προσηνής, ταπεινόφρων, παρά την μεγάλη του μόρφωση και την απέραντη γνώση για την ελληνική γλώσσα, υπήρξε ένας πνευματικός αριστοκράτης, που ενέπνεε σεβασμό και αληθινή αγάπη στους υπαλλήλους του. Με αυτά πορεύτηκε σε όλη τη θητεία του στην Αρχαιολογική Υπηρεσία και για αυτά θα είναι για πάντα μέσα την καρδιά μας.
Στη σύζυγο και την κόρη του τα πιο θερμά μας συλλυπητήρια.
Η εξόδιος ακολουθία θα γίνει την Παρασκευή 27 Μαρτίου στον Ιερό Ναό Αγίας Αναστασίας στη Ρόδο.

1996, στην ανασκαφή στα Τριάντα Ρόδου

1994, με τον Γ. Τζεδάκι στα Νυμφαία της Ρόδου.